Ο εύκολος τρόπος να κάνετε νέες γνωριμίες και σχέσεις!
Με περισσότερα από 535.000 μέλη,
το Sxeseis.gr είναι το μεγαλύτερο ελληνικό site γνωριμιών.
Το Sxeseis.gr συνδυάζει με μοναδικό τρόπο λειτουργίες κοινωνικής δικτύωσης ,σελίδας γνωριμιών, forums και chat rooms δίνοντας στα μέλη του περισσότερες δυνατότητες και ευκαιρίες επικοινωνίας και γνωριμίας, από οποιοδήποτε άλλο μέσο.
Μάθετε περισσότερα για το Sxeseis.gr
Είμαι :
Ενδιαφέρομαι για :
Ημ. Γεννήσης μου :
Κατοικώ :
Νομός :
Περιοχή :
Ουπς! Ξεχάσατε να συμπληρώσετε κάποιες πληροφορίες!
Ουπς! Η ημερομηνία γέννησης δεν είναι σωστή!
Εγγραφή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε

Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά

Επιλέξτε σελίδα: (1-14)
Σελίδες Αρχική«567891011121314

argaard

# 181 στις 21/1/2009
author
Ανδρας / 39 / Ελεύθερος
Ν. Αττικής (Αθήνα) / Χαλάνδρι
Θέματα: 9
Απαντήσεις: 1.178
'Aρεσαν+: 0%

Παράθεση:
Originally posted by agiosgr

αυτό είναι ρεμπέτικο τραγούδι?

Μη τρελαθούμε τώρα?

Είπαμε να γράφουμε οτι θέλουμε αλλά δεν θα παρουσιάσουμε τον σερ Μπιθί σαν ρεμπέτη
Έλεος
’αμα τραγουδάς τον πόνο του κόσμου
είσαι ρεμπέτης
άμα τραγουδάς τον πόνο σου
είσαι λαϊκός.

Βαγγέλης Παπάζογλου



Αν και ο σερ Μπιθί έχει τραγουδίσει και ρεμπέτικα
ναι δεν μπορείς να τον κατατάξεις στους ρεμπέτες
και συμφωνώ μαζί σου
μα μου αρέσει το τραγουδάκι και τι να κάνω να ανοίξω άλλο θέμα;
There is no justice, it's just me

Hibiscus

# 182 στις 22/1/2009
author
Γυναίκα / 59 / Ελεύθερη
Ν. Αττικής (Πειραιάς) / Αγίος Ιωάννης Ρέντης
Θέματα: 32
Απαντήσεις: 21.986
'Aρεσαν+: 0%
Καλημέρα
hatzikyriakeio-rebetika
Οι χειρότεροι εχθροί είναι εκείνοι που εμφανίζονται με τη μάσκα των φίλων.

Hibiscus

# 183 στις 22/1/2009
author
Γυναίκα / 59 / Ελεύθερη
Ν. Αττικής (Πειραιάς) / Αγίος Ιωάννης Ρέντης
Θέματα: 32
Απαντήσεις: 21.986
'Aρεσαν+: 0%
Οι χειρότεροι εχθροί είναι εκείνοι που εμφανίζονται με τη μάσκα των φίλων.

# 184 στις 22/1/2009
author
Ανενεργό μέλος
Θέματα:
Απαντήσεις:
'Aρεσαν+: %


Ο PINOKLIS
Δ. Ζάττα (New York - 1928)

- Ε, ρε μεγαλεία
Εις τον Πειραιά γεννήθηκα και τ' όνομα μου Οινόκλης
Μα εδώ ξαναβαφτίστηκα και γίνηκα Πινόκλης'
- Κακούργα ύπαρξις

Εις τον Πειραιά καθόμουνα, κει μες στο Πασαλιμάνι
Μα στο Νιου Υόρκη κάθομαι, στο Μάντισον2 σε Χάνι3
- Ε, ρε Χριστούλη μου

Και ξέρτε ρε αρκαντάσηδες, πως μπερδεύτηκεν ο κόμπος
Γιατί την ανακάλυψε, αυτή τη γη ο Κολόμπος;
- Κατέβα να σε κεράσω Χριστούλη μου
- Ωχ μάνα, μάνα

1 Πινόκλης = παρατσούκλι για τους φανατικούς του χαρτοπαίγνιου Pinochle
3 Μάντισον = Madison Avenue = κεντρική λεωφόρος του Μανχάτταν
3 Χάνι = low fare hotel = Σε πολλά χάνια στοιβάζονταν οι μετανάστες των αρχών του αιώνα.
Οι Aman Amerika ξαναζωντανεύουν το ωραίο αυτό τραγουδάκι, που μεταξύ άλλων διαμαρτύρεται γιατί ο Κολόμπος ανακάλυψε την Αμερική. Το παρατσούκλι Πινόκλης προέρχεται από ένα παιχνίδι της τράπουλας που παίζεται με 24 χαρτιά, κούπες, καρά, σπαθιά, μπαστούνια από τον άσσο ως το εννέα. To Pinochle είναι συγγενής της πρέφας και δεν έχει καμία σχέση με το παιχνίδι που λέγεται Πινάκλ στην Ελλάδα.
Το αυθεντικό τραγούδι γράφτηκε το 1928 από το Δημοσθένη Ζάττα. Ερμηνευτής της πρώτης ηχογράφησης ο χαρισματικός Γιάννης Ιωαννίδης που πρέπει να είχε οργανώσει στη Νέα Υόρκη ένα από τα πρώτα ελληνικά μουσικά θέατρα.


# 185 στις 22/1/2009
author
Ανενεργό μέλος
Θέματα:
Απαντήσεις:
'Aρεσαν+: %


IMOUNA MORTIS MIA FORA
Δ. Ζάττα (New York - 1929)


Ήμουνα μόρτης μια φορά, λεβέντης της Αθήνας
με λέγανε παλικαρά, μα ψόφαγα της πείνας
Μια δούλα εδώ, μια δούλα εκεί, μια παραμάνα πέρα
με μπαλωμένο το βρακί και Νικολό καρτέρα

REFRAIN:
Μα τώρα που 'χω τον παρά και είμαι μεγαλείο
βουτάω σ' όλες μια χαρά, είμαι ερωτοπουλείο

Σαν μπαίνω στο CAFE ΑΜΑΝ, τα μάτια σα σηκώνω
δεν ξέρω αν γιου αντερστάντ', κάθε καρδιά πληγώνω

Είμαι ζωέμπορας εγώ
και πλούσιος μεγάλος
όλο κυράδες κυνηγώ,
μα δεν ιδρώνει ο κάλος

Είμαι μεγάλος και τρανός,
κορίτσια με κοιτάνε
σαν το σταφύλι τραγανός
και όλες με μασάνε

REFRAIN

Αν κάνω δε καμιά φορά,
πως δίνω το κεμέρι
θα τρέξουν όλες για παρά,
λουτρό και στον μπαρμπέρη

Καλέ μου εδώ, καλέ μου εκεί, καλέ μου παραπέρα
δεν θα μ' αφήσει ούτε βρακί η κάθε περιστέρα

REFRAIN

ι γιου αντερστάντ = you understand
Το τραγούδι αυτό σκιαγραφεί με καυστικό χιούμορ έναν από τους Έλληνες μετανάστες που κατέκτησαν το αμερικανικό όνειρο. Οι περισσότεροι ήταν αυτοί που δεν είχαν καιρό για κανένα όνειρο, δουλεύοντας σκληρά στα ορυχεία της Δύσης και στις λάτζες των εστιατορίων.
Όλοι όμως θα πέρναγαν από τα cafe aman, τα μαγαζιά που οι ρεμπέτες της εποχής τραγουδούσαν τα σικλέτια τους. Τα cafe aman λειτουργούσαν επίσης ως speakeasy (μαγαζιά που διέθεταν παράνομο αλκοόλ) στην εποχή της ποτοαπαγόρευσης.
Το εμπνευσμένο ούτι του Ara Dinkjan στη νέα έκδοση του τραγουδιού που ακούτε, μας μεταφέρει νοερά σ' ένα από τα cafe aman της Αμερικής του μεσοπολέμου.
Τραγούδι του 1929 του Δημοσθένη Ζάττα. Ερμηνευτής του αυθεντικού ο Γιάννης Ιωαννίδης, ο οποίος ηχογράφησε πολλά τραγούδια με το Δημ. Ζάττα και τη Λίζα Κουρούκλη. Η προφορική παράδοση λέει ότι ο Γ. Ιωαννίδης άφησε την τελευταία του πνοή πάνω στο σανίδι, την ώρα της δουλειάς.


Ran_Tan_Plan

# 186 στις 20/2/2013
author
Ανδρας / 61 / Παντρεμένος
Ν. Χίου / Χίος
Θέματα: 25
Απαντήσεις: 9.705
'Aρεσαν+: 0%
Απο τις παλιες καλες εποχες του φορουμ.
Στιγμες νοσταλγικες.
Τοτε που ξεραμε τι γραφαμε, γιατι το γραφαμε και το κυριωτερο ξεραμε γιατι πραγμα μιλουσαμε και τι λεγαμε.
Που εγραφαν ατομα με γνωσεις για θεματα που για να τα ακουμπησεις χρειαζοταν πραγματικα γνωση κι οχι ξετσιπωτη "ξερολιαση".

Ξερω θα πεσουν κι εδω τα γνωστα νουμερα να κανουν τις ταρζανιες τους αλλα ελπιζω να διαβασουν πριν μερικες δυο σελιδες να ξεστραβωθουν τα μοσχαρια....
ισως κατι να μεινει στο λειψο τους μυαλο.
Αρέσει στο μέλος MiltosRNLI1930
"Πρεπει να'σαι λερα για να κυβερνας γαλερα"

# 187 στις 20/2/2013
author
Ανενεργό μέλος
Θέματα:
Απαντήσεις:
'Aρεσαν+: %
....αντίς να κρίνεις αναπολώντας....
...έχεις να προσφέρεις κάτι???

Ran_Tan_Plan

# 188 στις 20/2/2013
author
Ανδρας / 61 / Παντρεμένος
Ν. Χίου / Χίος
Θέματα: 25
Απαντήσεις: 9.705
'Aρεσαν+: 0%

Παράθεση:
Originally posted by Kiki_Mpimpikou
....αντίς να κρίνεις αναπολώντας....
...έχεις να προσφέρεις κάτι???



Αμ το'πα εγω!

Δεν το'πα?

Νατο κιολας το πρωτο νουμερο!
Λοιπον πρωτο μουνερο εισαι παααρα πολυ καινουργια εδω μεσα και δεν σε παιρνει να πουλας εξυπναδα και να λες μαλακιουλες απο την στιγμη μαλιστα που αγνοεις προσωπα και πραγματα.
Ρουφα το αυγουλακι σου λοιπον και στη γωνια σου μεχρι να παρεις χαμπαρι και να μαθεις.
Αϊντε ζωντοβολο που φυτρωνεις συνεχως εκει που δεν σε σπερνουν!
Τοσο αναγκη το'χεις πια να ασχολουνται οι αλλοι με την παρτη σου και προσπαθεις να δηλωνεις την παρουσια με καθε τροπο ακομα και ενοχλοντας και πετωντας μα.λα.κι.ες?
Αρέσει στο μέλος MiltosRNLI1930
"Πρεπει να'σαι λερα για να κυβερνας γαλερα"

thalassa27

# 189 στις 20/2/2013
author
Ανενεργό μέλος
Θέματα:
Απαντήσεις:
'Aρεσαν+: %

βρήκα κάτι ενδιαφέρον...αλλά μεγάλο...δεν θέλω να το σπάσω...για όποιον του ΑΡΕΣΕΙ...

Η ομιλία του Μάνου Χατζιδάκη για το ρεμπέτικο

«Θα ήθελα προκαταβολικά να σας πληροφορήσω, πως μ’όλη μου την καλή διάθεση, δεν είμαι σε θέση να πω, ούτε καινούργια πράγματα, ούτε κι όσα μιλήσω απόψε να τα δώσω με σοφία. Θα προσπαθήσω όμως κι όσο μπορώ πιο καλά, να σας μεταδώσω αυτό που με κάνει να ζω και να βλέπω την αξία του μέχρι σήμερα περιφερόμενου λαϊκού σκοπού της πόλης. Τώρα αν τούτη η πανηγυριώτικη ομιλία για το ρεμπέτικο, γινόταν πριν δυο χρόνια, ίσως να ΄χε κάπως διαφορετικό χαρακτήρα, δηλαδή να ΄ταν, πιο μεροληπτική –μπορούμε να πούμε – και συγχρόνως πιο ενθουσιαστική για το θησαυρό που κλείνουν οι ρυθμοί του ζεϊμπέκικου και του χασάπικου. Δεν θα μπορούσαμε ίσως να ξεφύγουμε από τη γοητεία του γυαλένιου ήχου ενός μπουζουκιού για να κοιτάξουμε το θέμα μας στη ρίζα του κι ακόμη να μείνουμε όσο χρειάζεται ψυχροί κι αντικειμενικοί για μια τέτοια δουλειά. Αυτό -θα πείτε- μπορεί να γίνει σήμερα; Είναι κάτι που δεν μπορώ να προεξοφλήσω με βεβαιότητα. Όσο νά ΄ναι όμως, η μεγάλη διάδοση που πήρε τα δύο τελευταία χρόνια το ρεμπέτικο, μας αφήνει περιθώριο για μια τέτοια, επικίνδυνα πρώιμη, ομολογώ εργασία. Το ρεμπέτικο, κι αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο, έχει πια επιβάλλει τη δύναμή του, λίγο-πολύ σ΄ όλους μας, είτε θετικά, είτε αρνητικά, είτε δηλαδή γιατί το παραδεχόμαστε, είτε όχι, ενώ συγχρόνως βλέπουμε να έχει δημιουργηθεί γύρω του μια επιπόλαιη κατάσταση μόδας, που μας κάνει ν’ αντιδρούμε δικαιολογημένα σ’ αυτήν και ν’ αμφιβάλουμε για τη μελλοντική και ποιοτική εξέλιξη του είδους. (Εδώ πέρα βέβαια παίρνω ως δεδομένο την ποιοτική του αξία). Και στον τόπο μας καθώς κι έξω, όλα περνούν απ’ αυτήν την περίοδο που ονομάζουμε μόδα. Μήπως απέφυγε κάτι τέτοιο το δημοτικό μας τραγούδι πριν 50 χρόνια, σαν φούντωνε το κίνημα των δημοτικιστών; Κι ακόμη πριν δύο χρόνια, το ίδιο δεν είχε συμβεί με τις λαϊκές εικαστικές τέχνες, όπου ο Θεόφιλος και ο Παναγής Ζωγράφος προβάλλονται στο ίδιο πλάνο με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα; Ποιος μπορεί να σταματήσει μια τέτοια κατάσταση, κι ακόμη ποιος μπορεί να μην παραδεχτεί ίσως την αναγκαιότητα αυτήν της περιόδου μόδας -ας την πούμε- ωσότου τα πράγματα κατασταλάξουν κι έλθουν στη φυσική τους θέση; Το ίδιο πρέπει -νομίζω- να περιμένουμε και με τα ρεμπέτικα. Γιατί θά ΄ναι κάπως ανόητο αν νομίσουμε, ότι ο χασάπικος μπορεί ή πάει ν΄αντικαταστήσει το ταγκό. Οι λαϊκοί τούτοι ρυθμοί έχουν κάτι πολύ, περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται για να καλυφθούν οι βραδινές μας διασκεδαστικές ώρες - άσχετα αν αυτός ο χαρακτήρας επιβάλλεται κι επικρατεί στις λαϊκές τάξεις. Ύστερα για μας θά ΄ναι μεγάλο ψέμα αν ισχυρισθούμε ότι είναι δυνατόν να εκδηλωθούμε μ’ αυτούς τους τόσο γυμνούς κι απέριττους ρυθμούς. Κάτι τέτοιο μόνο για αυτούς, που με κρασί ή με άλλα μέσα, στέλνουν στο διάβολο - που λεν- κάθε κοινωνικό φραγμό και κάθε σύμβαση, έστω και για μια ώρα. Παρατηρώντας όμως μια ιδιότητα αυτών των ρυθμών, ήδη δημιουργείται μέσα μας ένας θαυμασμός για τη δύναμη που περιέχουν και που μας κινεί το ενδιαφέρον να γνωρίσουμε από κοντά τούτη τη δύναμη που από ΄δω και πέρα λες και σαν μαγεία μας φέρνει σ΄ άμεση επαφή με το μελωδικό της στοιχείο. Αυτά όμως όλα κουράζουν σαν δεν τα δεις έξω απ΄ την καθημερινότητά τους. Κάθε απόπειρα που θα κινήσει να φέρει το ρεμπέτικο τραγούδι σε καθημερινή χρήση, και επιπόλαια και καταδικασμένη είναι. Αλλά το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την άλλη μουσική, αυτήν που ονομάζουμε σοβαρή; Μπορεί κανείς να φανταστεί ποτές, πως μια βραδιά κεφιού του, είναι δυνατόν να την καλύψει με τη Σονάτα 110 του Mπετόβεν; (Δικαιολογημένα τώρα ίσως να σας γεννηθεί απορία για τη σχέση που μπορεί να έχει το ρεμπέτικο με τον Μπετόβεν. Παρ΄ όλο που και αργότερα θα επανέλθω σε παρόμοιους παραλληλισμούς σας προειδοποιώ πως δεν υπάρχει απολύτως καμία σχέση). Λοιπόν δεν νομίζω, πως ο σνομπισμός αυτός γύρω από το ρεμπέτικο τραγούδι είναι δυνατό να μας σταθεί εμπόδιο, για να κοιτάξουμε προσεκτικά την αξία του και ν΄αγαπήσουμε την αλήθεια και τη δύναμη που περιέχει. Αυτά τα τραγούδια είναι τόσο κοντινά σε μας και σε τέτοιο σημείο δικά μας, που δεν έχoμε νομίζω σήμερα τίποτ΄ άλλο για να ισχυριστούμε το ίδιο. Μα πριν μπούμε σ΄ ένα αναλυτικότερο κοίταγμα του είδους αυτών των τραγουδιών, ας επιστρέψουμε για χατίρι μου σε μια κοντινή μα περασμένη πια εποχή και να δούμε μαζί εξελικτικά όλη την ποιητική ατμόσφαιρα, που συνθέτουν και δημιουργούν τα ρεμπέτικα, μέσα στην αυστηρή και δικιά τους περιοχή.
Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ΄ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται -λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ΄αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» - καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου -κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία- του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με το ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι. Αργότερα ο ίδιος φίλος, στον ίδιο δρόμο, μου μιλούσε για κάτι καινούργιο. Μα τώρα ήταν καλοκαίρι και η άσφαλτος μύριζε. Το ίδιο σκοτάδι, μα η κάψα έλιωνε τις φωνές και τις έφτιαχνε μόνιμους ίσκιους στα σπίτια. Υπήρχε γύρω μας κάτι ρευστό. Μια καινούργια ρεμπέτικη κραυγή -καινούργια για μένα βέβαια- κυλούσε μ’ ένταση ανάμεσα στα στενά και βρώμικα πεζοδρόμια του Πειραιά και της Αθήνας. Ακούγαμε την πρώτη στροφή που έλεγε «Κουράστηκα για να σ΄ αποκτήσω αρχόντισσά μου μάγισσα τρανή». Κι ο φίλος μου εξηγούσε θίγοντας όλο τον ανικανοποίητο ερωτισμό που έπνιγε την ατμόσφαιρα. Ακόμα, προσπαθούσε να μου εξηγήσει το τραγικό στοιχείο του τραγουδιού που ερχόταν αντιμέτωπο σε μια εποχή που μόνο συνθήματα κυκλοφορούσαν τρέχοντας. Αργότερα πολύ, θά ΄βλεπα πόσην αλήθεια είχαν τα λόγια του, γιατί τότες ακόμη έπαιζα με τις πραγματικές αξίες ανυποψίαστος.
Περνούν μερικά χρόνια, πού η πυκνότητα της έντασης που περιείχαν τα έκαμε απέραντα. Πολλά συνέβησαν και συμβαίνουν στο μεταξύ. Έρχεται η απελευθέρωση και τινάζομε από πάνω μας τους Γερμανούς με την κατοχή τους. Παράλληλα η γενιά μου μεγαλώνει κατά πολλά χρόνια, έχοντας ξωπίσω της μια πολύ ισχυρή δοκιμασία. Και το ρεμπέτικο, αφού παίζει με πολύ και πηγαίο χιούμορ, σε ορισμένα διαλείμματα, γύρω από δραματικές περιπτώσεις μπαίνει με μεγαλύτερο άγχος μες στα βασικά και μεγάλα του θέματα: του έρωτα και της φυγής. Ένας ανικανοποίητος έρωτας που ξεκινάει από την πιο κυνική στάση και φτάνει με μια πρωτόγονη ένταση μέχρι τα πλατειά χριστιανικά όρια της αγάπης και μια φυγή που επιβάλλεται νοσηρά -θά ΄λεγα- από αδυναμία, μια που οι συνθήκες παραμένουν το ίδιο σκληρές σα μέταλλο στον άνθρωπο που κινάει για ν΄ αγαπήσει μ’ όλη του τη δύναμη κι όσο μπορεί περισσότερο. Αυτή παραμένει βασικά η θεματολογία του ρεμπέτικου μέχρι τα σήμερα. Κι όσο αφελείς κι αν μας φαίνονται οι καταστάσεις αυτές καθ΄ εαυτές, δεν μπορούμε να αρνηθούμε στους εαυτούς μας τουλάχιστον, πως ο νοσηρός ερωτισμός που σκορπίζεται απ΄ τους ήχους ενός μακρόσυρτου ζεϊμπέκικου, δεν κυκλοφορεί κι ανάμεσά μας έστω και με διάφορα πολύπλοκα σχήματα, έστω ακόμα κι αν ξεκινάει από χίλιες διάφορες αιτίες. Κι ερχόμαστε σε μια από τις πιο βασικές κατηγορίες που προβάλλουν «οι υγιείς ηθικολόγοι» για το ρεμπέτικο. «Είναι αρρωστημένο» λεν μ’ αυστηρότητα, «ενώ το δημοτικό τραγούδι, γεμάτο υγεία και λεβεντιά» και κινούν το κεφάλι με σημασία, ενώ είμαι βέβαιος πως το δημοτικό μας τραγούδι τους είναι το ίδιο οχληρό όπως και το ρεμπέτικο, με τη διαφορά πως δεν τολμούν να ομολογήσουν ότι δεν τους αρέσει. Είναι σαν να βγουν και να πουν ότι δεν τους αρέσει ο Σαίξπηρ -για παράδειγμα- ή κάτι παρόμοιο. Ανέχονται το δημοτικό όχι όμως και το ρεμπέτικο. Το τελευταίο είναι κάτι που κυκλοφορεί ανάμεσά τους και μπορούν να το πετάξουν -έτσι φαντάζονται- επειδή δεν έχει κρεμαστεί ακόμη με χρυσές κορνίζες. Ίσως ξεχνάν ότι τα χρόνια μας δεν έχουν τίποτε κοινό με τα χρόνια της κλεφτουριάς, άσχετα αν οι ηρωικές πράξεις του στρατού μας τοποθετούνται δίκαια από την ιστορία πλάι στους Καραϊσκάκηδες και τους Κολοκοτρωναίους. Οι κύριοι αυτοί αγνοούν την εποχή μας καθώς και το ότι ένα λαϊκό τραγούδι καθρεφτίζει με μοναδική ένταση όχι μόνο μια τάξη ή μια κατηγορία ανθρώπων μα τις επιδράσεις μιας ολάκερης εποχής σε μια φυλή, σ΄ ένα έθνος μαζί με τις διαμορφωμένες τοπικές συνθήκες. Η εποχή μας δεν είναι ούτε ηρωική ούτε επική και το τελείωμα του Δεύτερου παγκοσμίου πολέμου άφησε σχεδόν όλα τα προβλήματα άλυτα και μετέωρα. Τα μετέωρα αυτά προβλήματα δημιουργούν περιφερόμενα ερωτηματικά που δεν περιορίζονται φυσικά μόνο στον τομέα της πολιτικής και της κοινωνιολογίας μα εξαπλώνονται με την ίδια δύναμη και στη φιλοσοφία και την τέχνη, ακόμη και στην πιο καθημερινή στιγμή τ΄ ανθρώπου. Ο τόπος μας επιπλέον εξακολουθεί, σχεδόν δίχως διακοπή, ένα πόλεμο με επιμονή και με πίστη για την τελική νίκη, μα πάντα και ιδιαίτερα σήμερα, κοπιαστικό και οδυνηρό. Σκεφθείτε τώρα κάτω απ΄ αυτές τις αδυσώπητες συνθήκες την παρθενική ψυχικότητα του λαού μας - παρθενική, γιατί τα εκατό χρόνια μόνον ελεύθερης ζωής δεν ήσαν ικανά ούτε να την ωριμάσουν ούτε και ν΄ αφήσουν περιθώριο για να ριζωθούν τα τελευταία ευρωπαϊκά ρεύματα. Φανταστείτε λοιπόν αυτή τη στοιβαγμένη ζωτικότητα και ωραιότητα συνάμα ενός λαού σαν του δικού μας, να ζητά διέξοδο, έκφραση, επαφή με τον έξω κόσμο και να αντιμετωπίζει όλα αυτά που αναφέραμε πιο πάνω ως κύρια γνωρίσματα της εποχής, κι ακόμη τις ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες του τόπου μας. Η ζωτικότητα καίγεται, η ψυχικότητα αρρωσταίνει, η ωραιότητα παραμένει. Αυτό είναι το ρεμπέτικο. Κι από ΄δω πηγάζει η θεματολογία του. Eπαναλαμβάνω - ένας ανικανοποίητος μα έντονος ερωτισμός που ακριβώς η ένταση του αυτή του προσδίδει έναν πανανθρώπινο χαρακτήρα και μια επιτακτική διάθεση φυγής από την πραγματικότητα με οιονδήποτε τεχνικόν μέσον, όπως είναι το χασίσι και τ΄ άλλα ναρκωτικά, που η χρησιμοποίησή του δείχνει την παθητικότητα της τάξης που το μεταχειρίζεται. Καταλαβαίνετε βέβαια τώρα πως το αρρωστημένο στοιχείο του σημερινού μας λαϊκού τραγουδιού, δεν έχει ως αιτία ένα υπερβολικό ωρίμασμα ζωής - καθώς η μεσοπολεμική ντεκαντέντσα με κέντρο τη Γαλλία -και γι ΄αυτό δεν αποτελεί κάτι το σάπιο, μα προέρχεται καθαρά από μια στοιβαγμένη ζωική δύναμη που ασφυκτιά δίχως διέξοδο, δίχως επαφή, από μιαν υπερβολική υγεία- θά λεγε κανείς. Πάντως το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις είναι μια παρακμή. Σημαντική όμως η διαφορά ανάμεσά τους. Η μια κινά απ’ τη ζωή, η άλλη από το θάνατο. Το να θέλει λοιπόν κανείς ν΄ αγνοήσει την πραγματικότητα και μάλιστα του τόπου του, μόνον κακό του κεφαλιού του μπορεί να κάμει. Τα χρόνια μας είναι δύσκολα και το λαϊκό μας τραγούδι, που δεν φτιάχνεται από ανθρώπους της φούγκας και του κοντραπούντο ώστε να νοιάζεται για εξυγιάνσεις και για πρόχειρα φτιασιδώματα υγείας τραγουδάει την αλήθεια και μόνον την αλήθεια.
Τώρα πολλοί μπορούν να πουν αυτά περίπου: «Καλά. Όσα είπες είναι σωστά και τα παραδεχόμαστε. Μα τι μας πείθει ότι το ρεμπέτικο είναι η σημερινή μας λαϊκή έκφραση καθώς λες και που σαν τέτοια βέβαια πρέπει να συνδέεται με την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και του βυζαντινού μέλους, κι όχι ένα τραγούδι μιας ορισμένης κατηγορίας ανθρώπων που εκφράζει την προσωπικήν της κατάσταση;» Το ερώτημα τούτο ασφαλώς σε πολλούς θα γεννηθεί, αν και προηγουμένως μίλησα όσο μπορούσα σαφέστερα, για την άμεση σχέση του ρεμπέτικου με το πλατύ μάλιστα σήμερα, και του τόπου και της εποχής μας. Αυτόματα επίσης καταρρέει και το επιχείρημα, ότι αποτελεί έκφραση προσωπικών καταστάσεων. Μένει λοιπόν να εξετάσουμε το ελληνικόν του είδος. Αν και κατά πόσον συνδέεται με τη λαϊκή μας παράδοση και ποια είναι τα στοιχεία που αντλεί απ΄ αυτήν. Για να προχωρήσουμε και να μπορέσουμε να δούμε μαζί ό,τι συνδετικό στοιχείο υπάρχει, θα το εξετάσουμε από δυο ξεχωριστές πλευρές, πρώτα από τη μορφική του πλευρά κι ύστερα απ΄ το ύφος του. Το ρεμπέτικο κατορθώνει με μια θαυμαστή ενότητα, να συνδυάζει το λόγο, τη μουσική και την κίνηση. Απ΄ τη σύνθεση μέχρι την εκτέλεση, μ’ ένστικτο δημιoυργούνται οι προϋποθέσεις για τnν τριπλή αυτή εκφραστική συνύπαρξη, που ορισμένες φορές σαν φτάνει τα όρια της τελειότητας θυμίζει μορφολογικά την αρχαία τραγωδία. Ο συνθέτης της μουσικής είναι συγχρόνως και ο ποιητής καθώς και ο εκτελεστής. Βασικά του όργανα είναι τα μπουζούκια -μεγάλο μαντολίνο τουρκικής μάλλον προελεύσεως- κι ο μπαγλαμάς -παραλλαγή της κρητικής λύρας και της συγγενικής νησιώτικης, πιο μικροσκοπικής απ΄ αυτήν και κρουστές με πέννα. Η σύνθεση του τραγουδιού βασίζεται βέβαια πάνω στη χορευτική κίνηση, με τρεις χαρακτηριστικούς ρυθμούς, τον ζεϊμπέκικο, τον χασάπικο και τον σέρβικο (ο τελευταίος έχει ολιγότερη χρήση).
Ο ζεϊμπέκικος σε ρυθμό 9/8 είναι ο βασικότερος ρυθμός της ρεμπέτικης μουσικής. Προήλθε ασφαλώς απ΄ τα χορευτικά 9/8 των Κυκλάδων και του Πόντου, πού εδώ όμως έχει χάσει ολότελα τη ρυθμική του αγωγή κι έχει γίνει αργός, βαρύς, μακρόσυρτός και περιεκτικότερος. Χορεύεται από έναν μόνο χορευτή και επιδέχεται αφάνταστη ποικιλία αυτοσχεδιασμού με μόνο δεδομένο την αίσθηση του ρυθμού. Ο καλός χορευτής στο ζεϊμπέκικο θα ΄ναι εκείνος που θα διαθέτει τη μεγαλύτερη φαντασία και την κατάλληλη πλαστικότητα ώστε να μην αφήσει ούτε μια νότα μπουζουκιού που να μην τη δώσει με μια αντίστοιχη κίνηση του σώματός του. Ως χορός είναι ο δυσκoλότερoς και ο δραματικότερος σε περιεχόμενο. Ο χασάπικος βασίζεται πάνω στο ρυθμό 4/4 κι ο τρόπος που χορεύεται -δυο χορευτές συνήθως, αλλά και τρεις και τέσσερις πολλές φορές- έρχεται σαν μια προέκταση του δημοτικού χορευτικού τρόπου, με μια κάποια ευρωπαϊκή επίδραση. Δεν ξέρω γιατί, μα πολλές φορές μου θυμίζει -πολύ μακριά όμως- τη γαλλική java. Ο σέρβικος που κι η ονομασία του δείχνει την προέλευσή του, είναι ένας γρήγορος ρυθμός και παρουσιάζει ελάχιστο ενδιαφέρoν κι αυτό απ’ τη μεριά της δεξιοτεχνίας και μόνο των εκτελεστών και του χορευτή. Χρησιμοποιείται πάρα πολύ λίγο· παραμένει μ’ ένα ματαιόδοξο περιεχόμενo να φαντάξει, μια που ικανοποιεί μόνoν το επιδεικτικό μέρoς των ποδιών κάποιου χορευτή. Ο ζεϊμπέκικος είναι ο πιο καθαρός, συγχρόνως ελληνικός ρυθμός. Ο δε χασάπικος έχει αφομοιώσει μιά καθαρή ελληνική ιδιομορφία. Πάνω σ΄ αυτούς τους ρυθμούς χτίζεται το ρεμπέτικο τραγούδι, του οποίου παρατηρώντας τη μελωδική γραμμή, διακρίνομε καθαρά απάνω την επίδραση ή καλύτερα την προέκταση του βυζαντινού μέλους. Όχι μόνο εξετάζοντας τις κλίμακες που από το ένστιχτο των λαϊκών μουσικών διατηρούνται αναλλοίωτες, μ’ ακόμη, παρατηρώντας τις πτώσεις, τα διαστήματα και τον τρόπο εκτέλεσης. Όλα φανερώνουν την πηγή, πού δεν είναι άλλη απ΄ την αυστηρή κι απέριττη εκκλησιαστική υμνωδία. Όχι πως το δημοτικό τραγούδι δεν έχει κι αυτό στοιχεία διοχετευμένα στο ρεμπέτικο. Μα πολύ λιγότερα. H παρουσία του είναι έντονη, ιδιαίτερα στο ελαφρότερο είδος που περισσότερο το χαρακτηρίζει μια χάρη και μια νnσιώτικη ελαφράδα. Παράδειγμα φέρνω, αν θυμάστε, κάπως παλιότερα το «Πάρτη βάρκα στο λιμάνι - κάτω στο Πασαλιμάνι» καθώς και το γνωστότατο «Ανδρέα Zέππo». Και τα δυό έχουν πολύ έντονα πάνω τους τη σφραγίδα του δημοτικού μας τραγουδιού. Μα για να εξηγήσουμε τη βασική αυτή προέκταση του βυζαντινoύ μέλους στο ρεμπέτικο, αρκεί να δούμε πόσο κοινή ατμόσφαιρα δημιουργούσε η παρακμή του Βυζαντίου με τη δικιά μας σήμερα. Ατμόσφαιρα το ίδιο καταπιεστική, το ίδιο ασαφής, άσχετα αν στα χρόνια εκείνα προερχόταν από ένα λαθεμένο ξόδεμα θρησκευτικού συναισθήματος. Έτσι τα εκφραστικά στοιχεία του ετoιμόρoπoυ Βυζαντίου με την άμεση παθητικότητά τους βρίσκουν οικεία ατμόσφαιρα μες στο ρεμπέτικο -το σύγχρονο λαϊκό μέλος- για ν’ αναπτυχθούν και να συνθέσουν τη σημερινή εκφραστική μορφή μιας το ίδιο έντονης παθnτικότητας. Το δημοτικό τραγούδι και τα υγιή του εκφραστικά στοιχεία έχουν τη θέση μόνον μιας πιο άμεσης κληρονομιάς. Για τα 80% της ρεμπέτικης μουσικής, τίποτες παραπάνω. Εξετάζοντας τώρα το ύφος του τραγουδιού βρίσκομε ευθύς εξ΄ αρχής το βασικό εκείνο χαρακτήρα του συγκρατημένoυ, που μόνο επειδή είναι γνήσια ελληνικό, μπορεί και το κρατεί με τόση συνέπεια. Και στη μελωδία και στα λόγια και στο χορό, δεν υπάρχει κανένα ξέσπασμα, καμιά σπασμωδικότητα, καμιά νευρικότητα. Δεν υπάρχει πάθος. Υπάρχει ή ζωή με την πιο πλατειά έννοια. Όλα δίνονται λιτά, απέριττα με μια εσωτερική δύναμη που πολλές φορές συγκλονίζει. Μήπως αυτό δεν είναι το κύριο και μεγάλο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή; Και ακόμα ολάκερο το λαμπρό μεγαλείο της αρχαίας τραγωδίας και όλων των αρχαίων μνημείων, δεν βασίζεται πάνω στην καθαρότητα, στη λιτή γραμμή και προπαντός στο απέραντο αυτό sostenuto που, προϋποθέτει δύναμη, συνείδηση και πραγματικό περιεχόμενο; Ποια από τις καλές τέχνες στον τόπο μας σήμερα μπορεί να περηφανευτεί ότι κράτησε τη βασική αυτή ελληνικότητα -τη μοναδική άξια κληρoνoμιά που έχουμε πραγματικά στα χέρια μας- για τη σύνθεσή της. Ποια μουσική μας μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι βρίσκεται πέρα απ΄ το βυζαντινό μέλος, πέρα απ΄ το δnμοτικό τραγούδι και στη χειρότερη περίπτωσn πέρα απ΄τις σπασμένες αρχαίες κολώνες του Παρθενώνος και του Ερεχθείου, ότι βρίσκεται εκεί που όλα αυτά βρεθήκανε στην εποχή τους; Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι γνήσια ελληνικό, μοναδικά ελληνικό.
Eπιτρέψατέ μου τώρα να σάς παρουσιάσω δύο από τους πιο γνήσιους και πιο δημοφιλείς εκπροσώπους της σύγχρονης έλλnνικης λαϊκής μουσικής· τον Μάρκο Bαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου με το συγκρότημά της. (Είσοδος) Οι λαμπροί αυτοί μουσικοί στο είδος τους προσεφέρθηκαν ευγενώς να παίξουν απόψε πέντε χαρακτηριστικά ρεμπέτικα τραγούδια για να μπορέσουμε έτσι να πάρουμε μια συγκεκριμένη ιδέα όλων αυτών που είπαμε πιο πάνω. Θ’ αρχίσουν μ’ ένα τραγούδι που έχει συνθέσει ο Μάρκος Bαμβακάρης πάνω στο ρυθμό του χασάπικου και με τον τίτλο «Φραγκοσυριανή κυρά μου» (τραγούδι). Το δεύτερο τραγούδι που θα ακούσετε είναι πάλι σύνθεση του Μάρκου Βαμβακάρn σε ρυθμό ζεϊμπέκικου «Εγώ είμαι το θύμα σου» (τραγούδι). Το τρίτο είναι σύνθεση της Σωτηρίας Μπέλλου (ζεϊμπέκικo) «Σταμάτησε μανούλα μου να δέρνεσαι για μένα». Από τα πιο χαρακτηριστικά στο είδος του. (τραγούδι) Το τέταρτο, σύνθεση Tσιτσάνη, σε ρυθμό χασάπικου «Πάμε τσάρκα στο Μπαξέ τσιφλίκι». Με την ευκαιρία τώρα που θ΄ ακούσουμε το γνωστότατο «Άνοιξε - άνοιξε» του Παπαϊωάννου θα ΄θελα να ΄λεγα λίγα λόγια για τη σημασία του και το σταθμό που φέρνει στη ρεμπέτικη φιλολογία του τραγουδιού, ζητώντας βέβαια πρώτα συγγνώμη απ΄ τους αγαπητούς μουσικούς για τη μικρή αυτή παρεμβολή. Λίγο πριν απ΄ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το «Αρχόντισσα μου μάγισσα τρανή- κουράστηκα για να σε αποκτήσω». Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο «Ματωμέvο Γάμο» του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς. Πριν δυό χρόνια ο ίδιος ο Τσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά πάλι αυτούς τους στίχους «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι - το σκοτάδι είναι βαθύ - κι όμως ένα παλικάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί», ο ερωτισμός προχωράει και θίγει ακέραια το ανικανοποίητο, δίδοντας μια τόσο λεπτή μα τόσο έντονη αίσθηση μιας βαριάς ατμόσφαιρας, λες και προμηνούσε ένα άγχος, μια καταιγίδα. Φέτος -ο Παπαϊωάννου αυτή τη φορά- μας δίνει ολάκερο αυτό το άγχος με μια δυνατή κραυγή πια- η μοναδική μες στα ρεμπέτικα, και γι΄ αυτό τόσο αληθινή με το «Άνοιξε – άνοιξε». Δεν ξέρω, αλλά σ΄ αυτά τα τρία τραγούδια υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος που δίνει ξεκάθαρα και μοναδικά το τραγικό στην ερωτική μας περιοχή. «Άνοιξε» (τραγούδι).
Θα μπορούσα ακόμα να μιλήσω για τις ταβέρνες και το κέντρον διασκεδάσεως «ο Μάριος» καθώς και για τον «Παναγάκη» κοντά στον Αϊ-Παντελεήμονα όπου κάθε βράδυ ο Bαμβακάρης και η Μπέλλου λειτουργούν πάνω στην τέχνη τους. Θα μπορούσα να μιλήσω και για βροχερές νύχτες όπου με λάμπες του πετρόλαδου φωτίζονταν οι σκιές ενός πλήθους που όλοι μαζί τραγουδούσαν ήρεμα, λες και πιστεύανε στην αιωνιότητα. Ακόμη θα μιλoύσα για το χορό του κομπολογιού όπου ένα παλικάρι μ΄ ένα γαρύφαλο στο στόμα γίνεται ένα μικρό κουβάρι γύρω απ΄ το κεχριμπαρένιο λαμπρό κομπολόι - θα μπορούσα να ΄λεγα τόσα πολλά που να μην έφταναν ώρες ολάκερες να μιλάω λες κι είμαι μoναχός μου. Μα όλα αυτά είναι μια γοητεία. Ακούσατε με τι ψυχρότητα και αυστηρότητα ειπώθηκαν αυτά τα πέντε τραγούδια. Ο ρυθμός δεν ξέφυγε ούτε πιθαμή για να τονίσει κάτι πιο έντονα, οι φωνές ίσιες, μονοκόμματες λες και τα λόγια δεν είχαν συγκίνηση. Έτσι είναι. Τίποτε που να σε προκαλέσει να τα προσέξεις, να τα ξεχωρίσεις. Πρέπει να ξελαφρώσεις μέσα σου για να δεχτείς τη δύναμή τους. Αλλιώς τα χάνεις γιατί αυτά δεν σε περιμένουν. Έτσι κι εμείς.
Κάποτε θα κοπάσει η φασαρία γύρω τους κι αυτά θα συνεχίσουν ανενόχλητα το δρόμο τους. Ποιος ξέρει τι καινούργια ζωή μας επιφυλάσσουν τα «νωχελικά 9/8» για το μέλλον. Όμως εμείς θα ’χουμε πια για καλά νοιώσει στο μεταξύ τη δύναμή τους. Και θα τα βλέπουμε πολύ φυσικά και σωστά να υψώνoυν τη φωνή τους στον άμεσο περίγυρό μας και να ζουν πότε για να μας ερμηνεύουν και πότε για να μας συνειδητοποιούν το βαθύτερο εαυτό μας». Το μπουζούκι που αποτέλεσε το βασικό όργανο της ρεμπέτικης μουσικής, γίνεται ευρέως αποδεκτό και χρησιμοποιείται από μεγάλους συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις. Σήμερα, το ρεμπέτικο έχει κερδίσει μεγάλη δημοτικότητα ενώ αναγνωρίζεται και μελετάται διεθνώς.

Ran_Tan_Plan

# 190 στις 20/2/2013
author
Ανδρας / 61 / Παντρεμένος
Ν. Χίου / Χίος
Θέματα: 25
Απαντήσεις: 9.705
'Aρεσαν+: 0%
......Κι ερχόμαστε σε μια από τις πιο βασικές κατηγορίες που προβάλλουν «οι υγιείς ηθικολόγοι» για το ρεμπέτικο. «Είναι αρρωστημένο» λεν μ’ αυστηρότητα, «ενώ το δημοτικό τραγούδι, γεμάτο υγεία και λεβεντιά» και κινούν το κεφάλι με σημασία, ενώ είμαι βέβαιος πως το δημοτικό μας τραγούδι τους είναι το ίδιο οχληρό όπως και το ρεμπέτικο, με τη διαφορά πως δεν τολμούν να ομολογήσουν ότι δεν τους αρέσει. Είναι σαν να βγουν και να πουν ότι δεν τους αρέσει ο Σαίξπηρ -για παράδειγμα- ή κάτι παρόμοιο. Ανέχονται το δημοτικό όχι όμως και το ρεμπέτικο. Το τελευταίο είναι κάτι που κυκλοφορεί ανάμεσά τους και μπορούν να το πετάξουν -έτσι φαντάζονται- επειδή δεν έχει κρεμαστεί ακόμη με χρυσές κορνίζες.
Ολη η αληθεια σε δυο γραμμες....
"Πρεπει να'σαι λερα για να κυβερνας γαλερα"

thalassa27

# 191 στις 20/2/2013
author
Ανενεργό μέλος
Θέματα:
Απαντήσεις:
'Aρεσαν+: %
.....πάντα θα υπάρχουν ''δήθεν'' που τους αφορά μόνο το περιτύλιγμα και η κορνίζα...
...αν έκαναν τον κόπο να ...διαβάσουν ...

anna--74

# 192 στις 21/2/2013
author
Γυναίκα / 81 / Παντρεμένη
Αλλη χώρα
Θέματα: 1
Απαντήσεις: 90
'Aρεσαν+: 0%

Είναι καυμός να μην μπορεί...

.....το παρελθόν να σβήσει....

anna--74

# 193 στις 21/2/2013
author
Γυναίκα / 81 / Παντρεμένη
Αλλη χώρα
Θέματα: 1
Απαντήσεις: 90
'Aρεσαν+: 0%

Πρόσεξε κορίτσι μου...

....αν θες να σ'αγαπώ....

thalassa27

# 194 στις 21/2/2013
author
Ανενεργό μέλος
Θέματα:
Απαντήσεις:
'Aρεσαν+: %

Κειμενο: κωστας λαδοπουλοσ

Οι άνθρωποι που αγαπούν το Ρεμπέτικο χωρίζονται, χονδρικά, σε δυό κατηγορίες. Πρώτον, σ΄αυτούς που ψάχνουν, θέλουν να μάθουν, να γνωρίσουν, να παίξουν και να νιώσουν, κύρια να νιώσουν και δεύτερον σ΄αυτούς που για να πιστέψουν σ΄οτιδήποτε παρεμβαίνει κι εκφράζει γνώμες και απόψεις για τη Μυθολογία που έχει αναπτυχθεί, απαιτούν επιστημονικά κριτήρια και πονήματα, μπροστά στα οποία έχουν μάθει να στέκονται προσοχή. Τί είναι ένα επιστημονικό πόνημα για το Ρεμπέτικο; Προφανώς, μιά εργασία που ερευνά τα υπάρχοντα στοιχεία, τα συγκρίνει μεταξύ τους και με άλλα παρόμοιων παραδοσιακών μουσικών, τα εναποθέτει κάτω από μιά επιστημονική μεθοδολογία ή πολιτική ιδεολογία και εξάγει συμπεράσματα. Μέχρι εδώ υπάρχουν δυό αδύνατα σημεία.

Ποιά επιστημονική μεθοδολογία και ποιά πολιτική ιδεολογία; Επιπλέον, υπάρχει ακόμα ένας σημαντικός παράγων. Το είδος του ανθρώπου που ερευνά, κατά πόσο παραδίνεται στην επιστημονική ή πολιτική μεθοδολογία ή ιδεολογία, κατά πόσο έχει ζήσει τη ζωή γενικότερα, πόσο έχει γνωρίσει, εκ του σύνεγγυς, το Ρεμπέτικο και πόσο κρατάει, στο δυνατό βαθμό, "ψυχρή και γαλήνια" απόσταση, χωρίς να χάνει την αισθαντικότητά του. Μα, η αισθαντικότητα δεν έχει θέση μέσα σ΄επιστημονικά πονήματα, θα αντιτάξουν πολλοί. Το επιστημονικό πόνημα πιστεύεται πως πρέπει να είναι αντικειμενικό, ψυχρό και άτεγκτο στο ξεδίπλωμά του. Ναι, αλλά το Ρεμπέτικο είναι μιά μουσική των αισθήσεων και όχι ένα κρύο αντικείμενο που μπορεί να πλησιαστεί και εξεταστεί μόνο επιστημονικά.

Ο μεγαλοφυής επιστήμων Stephen Hawking, γεννήθηκε το 1942. Σε ηλικία 20 χρονών πληροφορήθηκε ότι έπασχε από μιά ασθένεια του νευρομυικού συστήματος και ότι σύντομα θα πέθαινε. Ο άνθρωπος αυτός ζει και βασιλεύει και σοκάρει κάθε τόσο με τις γνώμες του. Τον αναφέρω γιατί η περοχή που ερευνά είναι το Διάστημα. Αν και δε πρόλαβε να έχει εμπειρία ζωής, δε συναντάει πρόβλημα γιατί το αντικείμενό του είναι ακόμα άγνωστο και βγάζει τα συμπεράσματά του με τη μελέτη και τη βοήθεια του άξιου μυαλού του. Μπορείτε να φανταστείτε μιά ανάλογη περίπτωση επιστήμονα που ερευνούσε το Ρεμπέτικο κλεισμένος στο σπίτι του και καθισμένος από τα είκοσί του χρόνια σε μιά αναπηρική πολυθρόνα;

Μιά παρένθεση.
Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν όταν μιλούσε σε όχι ακαδημαϊκούς κύκλους, γινόταν κατανοητός κι απ΄τον τελευταίο εργάτη. Σ΄αντίθεση μ΄αυτό, θυμάμαι μιά απομαγνητοφωνημένη συζήτηση ανάμεσα σε τρεις Έλληνες διανοούμενους και το Γιώργο Βέλτσο που έπαιζε το ρόλο του εισηγητή. Τα θέματα και ο τρόπος που τα ακουμπούσαν οι τρεις ήταν κατανοητά. Μόλις ολοκληρωνόταν ένα θέμα αναλάμβανε ο Γ. Βέλτσος να το ανακεφαλαιώσει και συμπυκνώσει. Αποτέλεσμα, δε καταλάβαινα τίποτα και όχι μόνο αυτό αλλά, μ΄έκανε να αμφιβάλλω αν είχα καταλάβει σωστά αυτά που είχαν ειπωθεί προηγούμενα.

Δείγμα χειρισμού της γλώσσας από το Γιώργο Βέλτσο
H ποιητική είναι για μένα μια σωματολογία", καθώς "μόνο το λεπτεπίλεπτο σώμα του ποιητή είναι ικανό να εισπράξει όλους τους κραδασμούς και μπορεί να δεχθεί τη διαταρακτική δράση των παθών", λέει ο καθηγητής Γιώργος Βέλτσος.

Ran_Tan_Plan

# 195 στις 21/2/2013
author
Ανδρας / 61 / Παντρεμένος
Ν. Χίου / Χίος
Θέματα: 25
Απαντήσεις: 9.705
'Aρεσαν+: 0%
Ο Βασίλης Τσιτσάνης αφηγείται στον Κώστα Χατζηδουλή πώς γνωρίστηκε με τον Δελιά:

«Στην ταβέρνα που σου είπα πώς πηγαίναμε οι φοιτητές και τρώγαμε, στον «Πλάτανο», στο σταθμό Λαρίσης, εκεί πρωτογνώρισα τον Ανέστο, το 1937. δε μιλήσαμε βέβαια, αλλά ένας του μαγαζιού, που τον γνώριζε μου το είπε. Βλέπεις αυτός είχε κάνει δίσκους και ήταν γνωστός στον κόσμο. Είχε έρθει με το Μάρκο και τον Μπάτη και έπαιξαν για λίγο σε μια παρέα πλουσίων. Το Μάρκο τον γνώριζα και τον Μπάτη, αλλά όχι το Δελιά. Τον έβλεπα για πρώτη φορά.
Αργότερα, το 38΄, που ήμουνα φαντάρος στη Σαλονίκη, πήγα ένα βράδυ, στο μαγαζί του Κέρκυρα, που βρισκόταν στην οδό Ειρήνης. Εκεί είχε έρθει και δούλευε ο Δελιάς, δε θυμάμαι με ποιους άλλους. Πήγα και του μίλησα. Με είχε ακουστά τότε από τους δίσκους, αλλά δεν είχαμε έρθει ποτέ σε επαφή. Μιλήσαμε για λίγο, πολύ λίγο. «Τι κάνεις, Βασίλη, με ρώτησε, φανταράκι, είσαι; Του είπα που υπηρετώ και συνεχίσαμε την κουβέντα με τα τυπικά. Πώς πάνε οι δίσκοι, τι γίνεται στη δουλειά μας, πώς περνάω φαντάρος κλπ. Μου ευχήθηκε καλός πολίτης και εγώ καλή επιτυχία και έφυγα.
Θυμάμαι και μια άλλη σκηνή που έγινε μετά και που ήμουνα μπροστά και δεν την ξεχνάω. Θα την αφηγηθώ, όπως ακριβώς έγινε: Μια από τις πολλές φορές που βρέθηκα με άδεια στην Αθήνα για να κάνω δίσκο, πήγα στα γραφεία της «ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ». Ήμουνα με το Στράτο και κουβεντιάζαμε με το Μισαηλίδη., που είπα ότι ήταν υπεύθυνος παραγωγής. Σε κάποια στιγμή λέει ο Μισαηλίδης του Στράτου: «Θέλω πάση θυσία να μου τον φέρεις τον Ανέστο Δελιά. Θέλω να τον βρείς και να μου τον φέρεις, γιατί το έχουμε χάσει και δεν μπορούμε να τον βρούμε. Τον θέλουμε να μας δώσει κανένα τραγούδι». Ξέρεις, ήταν σπάνιο το φαινόμενο για εκείνη την εποχή η εταιρεία να ψάχνει συνθέτη για να πάρει τραγούδι. Λίγους συνθέτες παρακάλαγε η εταιρεία για τραγούδια. Και τον καιρό εκείνο ο Δελιάς ήταν εξαφανισμένος. Δεν μπορώ να ξέρω εγώ που βρισκόταν.
Φτάνουμε, λοιπόν, στο μαγαζί του γέρο-Διαμαντή(πατέρα του Μανώλη Χιώτη), όταν βρέθηκα με το Δελιά στο ίδιο πάλκο. Δουλέψαμε μαζί γύρω στις 15 ημέρες. Μετά εξαφανίσθηκε πάλι. Βλέπεις, είχε αρχίσει να πέφτει σε λάθη και δεν τον κράταγε τίποτα. Σαν όνειρο θυμάμαι εκείνη την γυναίκα που ερχόταν και τον έπαιρνε και έφευγαν παρέα. Από τότε που έφυγα κι εγώ από το μαγαζί δεν το ξαναείδα. Μετά, στην κατοχή, στη Σαλονίκη, έμαθα ότι πέθανε. Είναι τραγικό, γιατί ήταν υπέροχος συνθέτης και πολύ καλός στο μπουζούκι. Είχε μπροστά του ένα σίγουρο μέλλον, γεμάτο από επιτυχίες. Ο Θεός να τον συγχωρέσει.»
...και χασικληδες... και πρεζακηδες καμμια φορα ... ε και?
http://www.youtube.com/watch?v=AqS6SJ14eAk
"Πρεπει να'σαι λερα για να κυβερνας γαλερα"

thalassa27

# 196 στις 23/2/2013
author
Ανενεργό μέλος
Θέματα:
Απαντήσεις:
'Aρεσαν+: %

...τα πονήματα δεν είναι πάντα αντικειμενικά ψυχρά...

...ο ED EMERY που υπογράφει την εργασία που θα παραθέσω...που είναι
μετάφραση από τα αγγλικά , είναι ένας από τους πιο ένθερμους οπαδούς και ερευνητές της ελληνικής μουσικής (και ιδιαίτερα του ρεμπέτικου) στο εξωτερικό. Είναι ο οργανωτής ενός παγκόσμιου συνεδρίου για το ρεμπέτικο, που γίνεται εδώ και μερικά χρόνια κάθε Οκτώβριο στην Ύδρα, με συμμετοχές πολλών επιστημόνων αλλά και μουσικών από διάφορες χώρες.
Το άρθρο αυτό προέρχεται από μια παρουσίαση του Ed στο συνέδριο.
Το βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον και σας το παραθέτω... Είναι αρκετά μεγάλο αλλά αξίζει τον κόπο να το διαβάσετε.

...θα το πάμε ενότητα-ενότητα ...θα μάθουμε όσοι δεν γνωρίζουμε...
Σχεδόν από το 1850, στα παράλια της Σμύρνης στη Μικρά Ασία, στη δημοφιλή συνοικία της Κωνσταντινούπολης, στα σοκάκια του λιμανιού της Σύρου, και στις εργατικές τάξεις της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης – για να μην αναφέρουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες, κι όλα τα μέρη του κόσμου όπου οι Έλληνες μετανάστες είχαν συρρεύσει κατά χιλιάδες – άρχισε να δημιουργείται μια νέα μουσική: τα λαϊκά τραγούδια, το στυλ των οποίων σήμερα αποκαλούμε ρεμπέτικο. Διαδόθηκαν ραγδαία. Πρώτα ανάμεσα στους Έλληνες της Μικράς Ασίας, έπειτα στις κοινότητες των μεταναστών στην Αμερική και τελικά – μετά το 1922 – στην κυρίως Ελλάδα.

Τα ρεμπέτικα έφτασαν στην ακμή τους στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Ήταν το στάνταρ ρεπερτόριο στα κλαμπ και τα μπαρ και κυριαρχούσαν στη δισκογραφία των 78 στροφών τόσο της Ελλάδας όσο και της Αμερικής εκείνη την εποχή.

Η απήχηση των ρεμπέτικων στη λαϊκή μάζα ερχόταν σε αντίθεση με τους εκπροσώπους των ηθικών και πνευματικών αρχών, και η μουσική αυτή λογοκρίθηκε αυστηρά στα 1930.

Η λογοκρισία όμως δεν σκότωσε τα ρεμπέτικα. Κάθε άλλο. Αμέσως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο γνώρισαν τεράστια άνθηση στην Ελλάδα, η οποία διήρκεσε μέχρι τα μέσα του 1950. Μια άνθηση που κατά ένα μέρος ίσως εξηγείται από τα βάσανα και τις κοινωνικές αναταραχές που προκάλεσε ο πόλεμος, και κατά ένα άλλο από τις οικονομικές πιέσεις που συνέβαλαν στη δημιουργία μεγάλων αστικών κέντρων, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη.

Στη διάρκεια των τελευταίων είκοσι ετών, όλοι οι κύριοι εκπρόσωποι του ρεμπέτικου, οι συνεχιστές των τραγουδιστών και των συνθετών που είχαν έρθει από τη Μικρά Ασία μετά την καταστροφή του 1922, έχουν πια πεθάνει. Αφήνουν πίσω τους μια πλούσια δισκογραφία, η οποία σιγά-σιγά άρχισε να συλλέγεται και να καταγράφεται από τους ρεμπετολόγους. Στο μεταξύ εμφανίστηκαν καινούριες γενιές τραγουδιστών και οργανοπαιχτών, έτσι ώστε διατηρήθηκε ζωντανή η παράδοση. Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις ελληνικές κοινότητες της Αμερικής, της Βρετανίας, της Αυστραλίας και αλλού, υπήρχαν κέντρα όπου όχι μόνο ακούγονταν τα παλιά τραγούδια, αλλά διαμορφώνονταν και καινούρια. Σκοπός αυτής της εισαγωγής είναι να σκιαγραφήσει ένα μέρος του υπόβαθρου και της ιστορίας της ρεμπέτικης μουσικής.
...ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Ran_Tan_Plan

# 197 στις 23/2/2013
author
Ανδρας / 61 / Παντρεμένος
Ν. Χίου / Χίος
Θέματα: 25
Απαντήσεις: 9.705
'Aρεσαν+: 0%
Ο Αλεξίου στο βιβλίο του "Ο ξακουστός Τσιτσάνης" αναφέρει:

Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο που έγινε ένα βράδυ του 1949, στο μαγαζί του «Τζίμη του Χοντρού», όπου έπαιζαν ο Τσιτσάνης με τη Σωτηρία Μπέλλου.
Στο μαγαζί, βρίσκονται οι διαβόητοι Χίτες αδελφοί, Κατελαναίοι.
Επιδείχνοντας τα όπλα τους, θορυβούν και ειρωνεύονται τη Σωτηρία Μπέλλου, την ώρα που τραγουδά.
Εκείνη αντιδρά. Της φωνάζουν «Πες, μωρή παλιοκομμούνι το τραγούδι "Του αϊτού ο γιος"».
Αντ' αυτού η πρώην αντάρτισσα του ΕΛΑΣ, απαντά δεν το ξέρω και αρχίζει να λέει το τραγούδι του Τσιτσάνη, γραμμένο το 1947, «Κάποια μάνα αναστενάζει» (και στη στροφή που το τραγούδι λέει «ο λεβέντης να γυρίσει απ' τη μαύρη ξενιτιά» το παραφράζει «ο λεβέντης να γυρίσει απ' τη μαύρη Ικαριά»).
Ακολούθησε πανδαιμόνιο.
Εκείνη δεν το έβαζε κάτω. Οι Χίτες την έβρισαν ελεεινά, τη χτύπησαν, της κουρέλιασαν τα ρούχα και αιμόφυρτη την πέταξαν στο πάτωμα της τουαλέτας. Η Μπέλλου έφυγε αιμόφυρτη.

Η Μπέλλου έλεγε αργότερα με παράπονο πως δεν βρέθηκε ένας άντρας που να τιμά τα παντελόνια που φορούσε, για να τους σταματήσει...
http://www.youtube.com/watch?v=bDuoM8gwyqs
"Πρεπει να'σαι λερα για να κυβερνας γαλερα"

# 198 στις 23/2/2013
author
Ανενεργό μέλος
Θέματα:
Απαντήσεις:
'Aρεσαν+: %

Ran_Tan_Plan

# 199 στις 23/2/2013
author
Ανδρας / 61 / Παντρεμένος
Ν. Χίου / Χίος
Θέματα: 25
Απαντήσεις: 9.705
'Aρεσαν+: 0%
Η Μπιραρία του Πίκινου και η φονική μαχαιριά
του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά.

Το «ματωμένο» στέκι για τους ρεμπέτες των Αθηνών
Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα τα «ζυθοπωλεία», λαϊκότερα «μπιραρίες» ή απλά «μπίρες», συναγωνίζονταν τις ταβέρνες.
«Οι ιππόται της ταβέρνας εξελίχθησαν εις ιππότας των ζυθοπωλείων», έγραφε ο Τίμος Μωραϊτίνης, εννοώντας πως εκεί μεταφέρονταν πλέον ο κουτσαβακισμός και ο τραμπουκισμός, ο παλικαρισμός με τις νέες πλέον μορφές του. Από τις πλέον ξακουστές ήταν η «Μπίρα του “ΠΙΚΙΝΟΥ”». Λειτουργούσε στο ισόγειο ενός παραδοσιακού κτιρίου στο Θησείο, το οποίο σώζεται έως τις μέρες μας. Έμεινε στην ιστορία αφού έγινε ρεμπέτικο τραγούδι λόγω της δολοφονίας του Πίκινου, γνωστού μάγκα και ρεμπέτη της εποχής.

Ο Ααρών
Το «Πίκινος» ήταν παρατσούκλι, στην πραγματικότητα ονομαζόταν Κωνσταντίνος Ααρών και ήταν γεννημένος το 1894. Σύμφωνα με όσα αφηγήθηκε αργότερα ο γνωστός ρεμπέτης Κώστας Ρούκουνας, «σαν τούτο τον Πίκινο ούτε που θα υπάρξει τέτοιος άνθρωπος. Τέτοιο άντρα είναι δύσκολο στα χρόνια μας να βρεις. Κουβαρντάς, μπεσαλής, παλικάρι, κι ας τον έφαγε ένας χαμένος. Το ‘λεγε η ψυχή του». Προς τη δυτική πλευρά της Ακρόπολης, από το Θησείο και τα Πετράλωνα μέχρι τον Βοτανικό, ήκμαζε το ρεμπέτικο στοιχείο. Το τροφοδοτούσαν οι πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στους διάφορους συνοικισμούς γύρω από τις κατοικημένες περιοχές (Αεριόφωτος, Ασυρμάτου, Παλαιών Σφαγείων κ.ά.). Σημαντικοί ρεμπέτες κατοικούσαν ή εργαζόντουσαν στην περιοχή και ανάμεσά τους ο Κώστας Ρούκουνας, ο οποίος εργαζόταν στη Μπιραρία του Πίκινου, έχοντας κοντά του ένα σαντούρι (Κώστας Τζόβενος) και ένα βιολί (Γιώργος Κερατζόπουλος). Το μαγαζί ήταν ανοιχτό μέχρι το πρωί και αρκετές φορές έφτανε επτά ή οκτώ η ώρα και τα όργανα έπαιζαν ακόμη, εάν υπήρχε «γαζέτα», όπως αποκαλούσαν τα τάλιρα. Ο τραγουδιστής έφτανε να λέει ακόμη και εκατό αμανέδες σε μια βραδιά!
Βραδάκι Σαββάτου, Ιούνιος του 1931, και η ορχήστρα είχε ξεκινήσει από νωρίς. Μια παρέα σοβατζήδων, πέντε έξι άτομα, πίνουν αρκετά και δίνει συνεχώς παραγγελιές. Όμως τα μέλη της δυστρόπησαν όταν αργά το βράδυ το μαγαζί γέμισε, οπότε η ορχήστρα δεχόταν παραγγελιές απ’ όλους. Οι σοβατζήδες παρεξηγήθηκαν, φώναξαν κι έβρισαν το γκαρσόνι, ενώ ένας εμφάνισε και γερμανικό σουγιά. Ειδοποιήθηκε ο Πίκινος, ο οποίος εξήγησε στους πελάτες ότι η ορχήστρα έπρεπε να παίζει για όλους. Εύσχημα τους πήρε και τον σουγιά. Συνέχισαν όμως να είναι εριστικοί, ενώ χτύπησαν με ποτήρι τον 28χρονο οργανοπαίχτη Κ. Τζόβενο. Η παρεξήγηση δεν άφηνε περιθώρια. Παρενέβη πάλι ο Πίκινος: «Μάγκες, πληρώστε το λογαριασμό και δρόμο». Έκαναν ότι έφυγαν, αλλά ένας επέστρεψε. Αγανακτισμένος ο Πίκινος, όρμησε επάνω του και αμέσως μαζεύτηκε και έσκυψε κάτω «Με μαχαιρώσανε», ψέλλισε, «με μαχαιρώσανε», και έπεσε αιμόφυρτος. Ο 25χρονος υδροχρωματιστής Κ. Ευγενικός -όχι Χατζίνας, όπως πιστευόταν έως σήμερα- του είχε δώσει «μπαμπέσικη» μαχαιριά. Ήταν τρεις τα ξημερώματα της Κυριακής 28 Ιουνίου του 1931, στην οδό Ακάμαντος 28 στο Θησείο.
Δώδεκα ημέρες αργότερα ο 37χρονος Πίκινος άφηνε την τελευταία πνοή του στο Δημοτικό Νοσοκομείο, όπου και εγχειρίστηκε. Παρά τα σενάρια που γράφτηκαν εκείνη την εποχή, αιτία του θανάτου του υπήρξε η περιτονίτιδα. Η κηδεία του μετατράπηκε σε ρεμπέτικη σύναξη, με επικεφαλής τον αδελφό του, τον Δημήτρη (Μήτσο) Ααρών, γνωστό με το ψευδώνυμο «Κανείς». Ο αυτόπτης μάρτυρας Κώστας Ρούκουνας έγραψε (1933) και ηχογράφησε (1934, εταιρεία Parlophone) το σπάνιο ρεμπέτικο τραγούδι «Ο ΠΙΚΙΝΟΣ» («Ξύπνα, καημένε Πίκινε»):
http://www.youtube.com/watch?v=B77M4zYT_9Q
"Πρεπει να'σαι λερα για να κυβερνας γαλερα"

thalassa27

# 200 στις 24/2/2013
author
Ανενεργό μέλος
Θέματα:
Απαντήσεις:
'Aρεσαν+: %
Προετοιμάζοντας το σκηνικό

Για να δώσουμε μια ιδέα για την κοινωνική κατάσταση μέσα στην οποία γεννήθηκε το ρεμπέτικο, έχουμε το ακόλουθο στιγμιότυπο από τον Λύσανδρο Πιθάρα, ο οποίος έκανε μια εξαιρετική δουλειά πάνω στο ρεμπέτικο για τη βρετανική τηλεόραση:

Το 1935, σ’ ένα λαϊκό αθηναϊκό μαγαζί. Απ’ έξω το μαγαζί έμοιαζε με ερείπιο, αλλά στο εσωτερικό η ατμόσφαιρα ήταν έντονη. Μέσα στον πυκνό καπνό των
ναρκωτικών και του λιβανιού, μια μικρή μπάντα ήταν καθισμένη στη σκηνή. Ο μπουζουξής – με μάτια μισόκλειστα – παίζει ένα αργό σόλο (ταξίμι), αναφωνώντας «αμάν…». Ξαφνικά, οι υπόλοιποι οργανοπαίχτες χτυπάνε τα πόδια τους κι αρχίζουν να παίζουν έναν σκληρό, ακατάπαυστο ρυθμό, όσο η φωνή του τραγουδιστή αντηχούσε γρατζουνιστά:

Τσοντάρησ’ αδερφούλα μου
Να πιούμε τσιμπουκάκι
Μαζί να μαστουριάσουμε,
Να παίξ’ το μπουζουκάκι.
(Μάρκος Βαμβακάρης, Αλανιάρης, 1935)

Το πλήθος, αποτελούμενο από φτωχούς ανθρώπους, κυρίως άντρες, ανταποκρίθηκε δείχνοντας την επιδοκιμασία του. Ένας απ’ αυτούς, γερμένος στο πλάι και με το σακάκι του να κρέμεται από τον έναν ώμο, σηκώθηκε στην πίστα. Με μάτια κλειστά και κορμί να ταλαντεύεται, χορεύει φέρνοντας το χέρι μια στο μέτωπό του, μια στο πάτωμα, ενώ όλη την ώρα κρατά το ρυθμό της μουσικής χτυπώντας ρυθμικά τις σόλες των παπουτσιών του. Αυτός είναι ο χορός του μάγκα, γνωστός κι ως ζεϊμπέκικο. Η μουσική που χορεύει είναι το ρεμπέτικο – το ελληνικό μπλουζ…

Η σημασία και η καταγωγή του «ρεμπέτικου»

Όπως όλες οι υποομάδες της μουσικής, το ρεμπέτικο είναι δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί. Και οι δυσκολίες ξεκινούν κιόλας από το νόημα και την προέλευση της λέξης «ρεμπέτικο». Οι διάφοροι ρεμπετολόγοι δίνουν τις δικές τους ερμηνείες.

- Η πιθανότερη ερμηνεία είναι πως προέρχεται από το ρεμπέτ, μια παλιά τούρκικη λέξη, που σήμαινε «του υποκόσμου». Κάποιοι υποστηρίζουν πως προέρχεται από την παλιά σερβική λέξη ρεμπενόκ, που σημαίνει «επαναστάτης».
Οι Τούρκοι αποκαλούν τα άτακτα στρατεύματα ρεμπέτ ασκέρ. Επιπλέον ρεμπέτς είναι οι άνθρωποι που δεν υπακούν στις αρχές.
Η Σμύρνη

Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να επιστρέψουμε κάπου εκατό χρόνια πίσω, για να δούμε τι είχε συμβεί στη μουσική της Σμύρνης. Για τους Έλληνες, η Σμύρνη ήταν μια μικρή Ελλάδα, και την ένιωθαν σα μέρος της πατρίδας. Ήταν πλούσιο εμπορικό μέρος, μεγάλο λιμάνι και διέθετε εύφορη ενδοχώρα. Επίσης διέθετε μουσική άνθηση που είχε γίνει αντιληπτή από τους ταξιδιώτες ακόμα και τριακόσια χρόνια νωρίτερα. Ο Γάλλος Τζόζεφ Τουρνεφόρτ σχολίαζε το 1702:
«Οι ταβέρνες (στη Σμύρνη) είναι ανοιχτές όλη τη μέρα και τη νύχτα. Παίζουν μουσική, τρώνε καλό φαγητό και χορεύουν σε ευρωπαϊκούς, ελληνικούς και τούρκικους ρυθμούς…»

Ένας άλλος Γάλλος, ο Μπάρτολντι, παρατηρεί:
«Για τον Έλληνα, κάθε στιγμή της μέρας είναι κατάλληλη για χορό. Οι ταβέρνες στη Σμύρνη και στα υπόλοιπα λιμάνια είναι μονίμως γεμάτες από άντρες που πίνουν, χορεύουν και τραγουδούν. Ακόμα και στα καταστρώματα των πλοίων τους βρίσκουν χώρο για λίγο χορό…»

Και το 1878, ο μουσικολόγος Μπουργκάλτ-Ντιούκουντρεϊ γράφει:
«Η Σμύρνη είναι μια μουσική πόλη. Πουθενά αλλού δεν έχω δει τόσα μουσικά όργανα».

Στα κομψά σαλόνια τραγουδούσαν τις ρομάντσες (ισπανικοί ρυθμοί) με τη συνοδεία πιάνου. Ο λαός είχε τα καφέ–αμάν, ή αλλιώς μουσικά καφέ, εκεί όπου σύχναζαν οι νταήδες, όπως περιγράφει κάποιος σμυρνιός ποιητής του οποίου το όνομα δεν έχει διασωθεί ως τις μέρες μας:

«Είμαι νταής κι όταν χορεύω το χασάπικο, το μπάλο, τον καρσιλαμά και το τσιφτετέλι, με το γλυκό βιολί του Γιοβανάκη, όλη η Σμύρνη με καμαρώνει.
Είμαι νταής και το ούζο είναι ο θεός μου… Περνάω καλά, χορεύω πίνω και μεθώ, με τα σαντούρια τα βιολιά και τα ταμπούρλα».

Αυτό που είναι σημαντικό σ’ όλα αυτά είναι πως η μουσική ζωή της Σμύρνης ήταν συγχρόνως για την υψηλή και για την παρακατιανή κοινωνία, ήταν τόσο ιταλόφιλη όσο και τουρκόφιλη, τόσο ανατολίτικη όσο και δυτική, κι όταν οι Έλληνες εκδιώχθηκαν απ’ την πόλη τους, έφεραν μαζί τους στην Ελλάδα κι όλη τους τη μουσική κουλτούρα.

Οι μουσικοί που έφτασαν σαν πρόσφυγες δεν ήταν ερασιτέχνες, ούτε μουσικοί του δρόμου. Οι μουσικοί, όπως κι οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες, ήταν σε σύγκριση με τους Έλληνες της πατρίδας που τους φιλοξενούσε, εξαιρετικά σοφιστικέ: πολλοί είχαν μεγάλη μόρφωση, ήξεραν να διαβάζουν και να συνθέτουν μουσική, και είχαν οργανωθεί σε συνδικάτα στις πόλεις της Μικράς Ασίας. Θα πρέπει να τους ήταν πολύ δύσκολο να ζουν στο περιθώριο μιας καινούριας κοινωνίας, μέσα στη φτώχια και τον ξεπεσμό. Οι περισσότεροι είχαν χάσει όλο το βιος τους στη βιαστική φυγή τους, και πολλοί από την ενδοχώρα της Ανατολίας ήξεραν να μιλούν μόνο τουρκικά. Στην απόγνωσή τους αναζητούσαν παρηγοριά σε κάποιο οθωμανικό θεσμό: τους τεκέδες και τα χασισοποτεία.
http://www.youtube.com/watch?v=cvX2fD2b14o
http://www.youtube.com/watch?v=MwgZu7W_87k
Επιλέξτε σελίδα: (1-14)
Σελίδες Αρχική«567891011121314
Δεν μπορείτε να απαντήσετε